Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

O άνθρωπος που μετρούσε τους νεκρούς

Ο Τζον Γκροντ γεννήθηκε το 1620 και ήταν γιος ενός λονδρέζου υφασματέμπορου. Τελειώνοντας το σχολείο εργάσθηκε στην επιχείρηση του πατέρα του, την οποία τελικά ανέλαβε ο ίδιος. Με την πάροδο του χρόνου, έγινε ευυπόληπτος και σημαντικός πολίτης και επιχειρηματίας, ενώ υπηρέτησε σε μια σειρά από σημαντικά αξιώματα, όπως στην Εταιρεία Εμπορίας Υφασμάτων, στις υπηρεσίες των φυλακών και στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Ανήλθε επίσης στο αξίωμα του ταγματάρχη στην πολιτοφυλακή του Λονδίνου και διατηρούσε φιλίες στους καλλιτεχνικούς και επιστημονικούς κύκλους. Ήταν παντρεμένος και πατέρας 4 παιδιών.

Με άλλα λόγια η ζωή του ήταν αυτή ενός συνηθισμένου άντρα, αν εξαιρέσουμε, ωστόσο, κάτι: αυτό που κατέστησε τον Τζον Γκροντ ένα ασυνήθιστο άνθρωπο και του προσέδωσε μια θέση στα βιβλία της Ιστορίας είναι ένα σύγγραμμα 85 σελίδων που δημοσιεύθηκε το 1662 με τον τίτλο Φυσικές και πολιτικές παρατηρήσεις σχετικά με τους πίνακες θνησιμότητας. 

Σε αυτό, ο Γκροντ κατάρτισε και ανέλυσε πίνακες θνησιμότητας του Λονδίνου εκείνης της εποχής, θέλοντας να βοηθήσει τον Κάρολο Β΄ και άλλους αξιωματούχους στη δημιουργία ενός συστήματος προειδοποίησης σχετικά με την εκδήλωση και την εξάπλωση της πανούκλας στην πόλη. Η εν λόγω εργασία σήμανε την έναρξη της σύγχρονης στατιστικής. Η πρωτοτυπία της προσέγγισης του Γκροντ έγινε αμέσως αντιληπτή σε όσους διάβασαν το σύγγραμμα, το οποίο δεν αποτελούσε απλά μια συλλογή σχημάτων. Ο Γκροντ έδειξε πως μπορεί κανείς να επιχειρηματολογεί βάσει δεδομένων και να εξάγει συμπεράσματα για έναν πληθυσμό, οδηγούμενος σε καινοφανή πορίσματα.
Ο Γκροντ σε αυτή τη σύντομη πραγμάτεια του εστίασε την προσοχή του στους πίνακες θνησιμότητας οι οποίοι είχαν καταρτιστεί από τα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί από τις ενορίες του Λονδίνου, από το 1604 και μετά. Η Εταιρεία Ενοριακών Υπαλλήλων, λόγω αυξημένου ενδιαφέροντος, δημοσίευε εβδομαδιαίους πίνακες καθώς και έναν ετήσιο πίνακα στον οποίο συνοψίζονταν όλα τα στοιχεία του εκάστοτε έτους. Η αιτία για το ενδιαφέρον του κοινού ήταν απλή: όλοι ήθελαν να γνωρίζουν εάν είχαν συμβεί θάνατοι από πανούκλα στη γειτονιά τους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η πανούκλα είναι μια μεταδοτική νόσος που εξαπλώνεται κυρίως μέσω των τρωκτικών. Την εποχή όμως του Γκροντ θεωρούνταν ότι είναι αποτέλεσμα της εισπνοής μολυσμένου αέρα και υπήρχαν μόνο δύο μέθοδοι άμυνας: η πλήρης απομόνωση όσων είχαν μολυνθεί και, για τους πλούσιους, η απομάκρυνση από την πόλη και η εγκατάσταση σε περιοχές με καθαρό αέρα.

Ο Γκροντ επέδειξε πολλές φορές μεγάλη ευφυία καταφέρνοντας να διακρίνει σημαντικά γεγονότα και παρατηρήσεις μέσα από καταλόγους αριθμών. Για παράδειγμα την εποχή που διεξήγαγε τη μελέτη του ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι ο πληθυσμός του Λονδίνου ανερχόταν στο ένα εκατομμύριο. Ο ίδιος βασιζόμενος σε τρία σύνολα δεδομένων- γεννήσεις , ταφές και αριθμός οικίων-  έκανε την πρώτη αντικειμενική εκτίμηση και το αποτελεσμά του ήταν 460.000. Εκτίμησε επίσης ότι ο πληθυσμός της Αγγλίας και της Ουαλίας υπερέβαινε τα 6 εκατομμύρια. Κατέληξε σε αυτήν την εκτίμηση παρατηρώντας ότι το Λονδίνο συνεισέφερε το 1/15 των συνολικών εσόδων από τη φορολογία. Συνεπώς, σκέφτηκε, ο συνολικός πληθυσμός θα πρέπει να ήταν 14 φορές μεγαλύτερος από αυτόν της πρωτεύουσας, δηλαδή 14 Χ 460.000 = 6.440.000 (οι δημογράφοι σήμερα πιστεύουν ότι ο πραγματικός πληθυσμός πιθανότατα κυμαινόταν γύρω στα 5 εκατομμύρια, άλλα αναγνωρίζουν ότι η εκτίμηση του Γκροντ είναι αξιοθαύμαστη, αν λάβουμε υπόψη μας τα σχετικά λίγα δεδομένα στα οποία βασίστηκε).

Ο Γκροντ υπολόγισε επίσης ότι ο μέσος αριθμός μελών μιας οικογένειας στο Λονδίνο ήταν 8, αριθμός  μεγάλος για τα σημερινά δεδομένα, λογικός όμως για την εποχή εκείνη κατά την οποία πολλά παιδιά δεν κατάφερναν να ενηλικιωθούν.

Διαπίστωσε ακόμα ότι ενώ οι ετήσιοι θάνατοι υπερέβαιναν κατά πολύ τις γεννήσεις, ο πληθυσμός του Λονδίνου αυξανόταν, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ένα κύμα μετανάστευσης από την επαρχία προς την πόλη. Έγινε έτσι ο πρώτος που τεκμηρίωσε μια τάση η οποία συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Τέλος ένα στοιχείο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την κυβέρνηση ήταν ο αριθμός των αντρών στο Λονδίνο που βρισκόταν σε μάχιμη ηλικία (από 16 έως 56 ετών). Για να προδιορίσει αυτόν τον αριθμό εξέτασε συσχέτιση μεταξύ δείκτη θνησιμότητας και ηλικίας. Αυτό αποτέλεσε απαρχή εκείνου που γρήγορα εξελίχτηκε σε μια σημαντική έννοια: την πιθανή διάρκεια ζωής, που αποτελεί βάση της βιομηχανίας των ασφαλειών ζωής.

Το βιβλίο του Γκροντ άσκησε τεράστια επιρροή και εκτός Λονδίνου. Πολύ γρήγορα, πίνακες θνησιμότητας καταρτίστηκαν και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Μέσα σε λίγα χρόνια οι στατιστικές μέθοδοι που εισήγαγε ο Γκροντ υιοθετήθηκαν σε όλη την Ευρώπη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση πλήθους κυβερνητικών υπηρεσιών στατιστικής. Δίκαια, λοιπόν, ο Τζον Γκροντ θεωρείται πρωτοπόρος της Στατιστικής και "πατέρας" της δημογραφίας.

Πηγή: "Φερμά-Πασκάλ , το τελευταίο παιχνίδι". Εκδόσεις Τραυλός.     
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...